• img1
  • img2
  • img3
  • img5
  • img4

Ποιήματα

1) Ζητώντας Το Φως

-Νυχτωμένοι Στρατοκόποι,
Στα Σκοτάδια Που Γυρνάτε,
Σαν Τι Να ’Ναι Που Ζητάτε;
Τόσος Δρόμος, Τόσοι Κόποι
Μεσ’ Στο Σκοτεινό Στρατί
Τ’ Ανηφορικό, Γιατί;
Νυχτωμένοι Στρατοκόποι;

Να! Σε Λίγο Αρχίζ’ Η Μπόρα:
Σύγνεφα, Βροντή, Καπνός.
Και Το Λιγοστό Αστροφώς
Που Σιγοφέγγει Τώρα
Όπου Ναν’ Κι Αυτό Θα Σβύσει.
Και Σεις Τρέχετε, Γυρνάτε,
Λες Και Βιάζεστε Να Πάτε
Σε Νυκτερινό Μεθύσι.

Τόσος Δρόμος, Τόσοι Κόποι!
Σαν Τι Να ’Ναι Που Ζητάτε
Στα Σκοτάδια Που Γυρνάτε,
Νυχτωμένοι Στρατοκόποι;

-Τι Ζητάμε; Φως, Διαβάτη;
Είν’ Ο Πόθος Ο Βαθύς
Κάθε Ανθρώπινης Ψυχής.
Σαν Ποιο Ναν’ Το Μονοπάτι,
Που Στο Φως Θε Να Μας Φέρει;
Αχ! Κανείς Μας Δεν Το Ξέρει.

Φως Ζητάμε, Φως Διαβάτη.
Πήραμ’ Ένα Γιδοστράτι
Και Χαθήκαμε Στα Σκότη,
Απ’ Την Πρώτη Μας Τη Νιότη,
Και Ζητάμε Κι Όλο Πάμε
Κι Όσο Πάμε Και Ζητάμε.

Πόσα Χρόνια Πάνε Τώρα;
Χίλια; Δυό Χιλιάδες; Τρεις;
Μέτρησέ Μας Τα Αν Μπορείς.
Με Την Ίδια Πάντα Φόρα,
Στο Σκοτάδι, Στ’ Αστροφώς,
Τριγυρνάμε Σαν Αλήτες,
Νυχτωμένοι, Παρωρίτες,
Και Γυρεύουμε Το Φως.

Πήγαμε Στη Βαβυλώνα,
Στο Θιβέτ, Στην Καρχηδόνα,
Στης Αιγύπτου Τις Ερμιές.
Μας Εμάθαν Όλοι Οι Δρόμοι
Κι Όλες Οι Νεροσυρμές
Ως Την Κίνα Κι Ως Τη Ρώμη. Τίποτα! Νεκρές Ελπίδες!
Δεν Ευρήκαμε Παρά
Λιγοστές Χλωμές Ακτίδες.
Φως Ζητάμε, Φως, Διαβάτη.
Ξαναπαίρνουμε Φτερά
Και Πετάμε Νύχτα – Μέρα
Απ’ Τον Νείλο Στον Ευφράτη
Κι Ως Τις Θάλασσες Κι Ως Πέρα.

Τρέξαμε Στο Καπιτώλιο
Και Στον Βράχο Τον Αιώνιο,
Κι Ανεβήκαμε Κι Αυτές
Του Ολύμπου Τις Κορφές.

Μα Και Δω Η Χαρά Σαν Πρώτα
Σβύστηκε Σαν Λευκαφρός:
Ήταν Φώτα, Χίλια Φώτα
Μα Δεν Ήτανε Το Φως…
Και Κινήσαμε Και Πάλι
Και Ριχτήκαμε Ξανά
Στα Λαγκάδια, Στα Βουνά,
Στα Σκοτάδια Και Στην Πάλη.

Και Γυρνάμε Σαν Αλήτες,
Νυχτωμένοι Παρωρίτες
Στο Σκοτάδι, Στ’ Αστροφώς.
Αχ! Πονόψυχε Διαβάτη,
Πες Εσύ, Ποιο Μονοπάτι,
Θα Μας Φέρει Προς Το Φως;

-Κουρασμένοι Στρατοκόποι,
Που Σας Είδαν Τόσοι Τόποι,
Που Σας Θόλωσαν Το Μάτι
Καταιγίδα, Ανεμοζάλη,
Δίψα, Θλίψη, Φόβος, Μπόρα,
Πάρτε Και Το Μονοπάτι
Το Φτωχό, Που Θα Σας Βγάλει
Προς Της Βηθλεέμ Τη Χώρα.

Είν’ Το Ίδιο Το Στρατί
Το Ματόβρεχτο Που Φθάνει
Στο Μαρτυρικό Στεφάνι
Κι Ως Το Γολγοθά Κρατεί.
Ακολουθάτε Το, Ακολουθάτε:
Απ’ Τη Φάτνη Ως Το Σταυρό
Μπόρεσα Και Γω Να Βρω
Τ’ Άυλο Φως Π’ Αναζητάτε.

Γεώργιος Βερίτης
(ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Γκιάλα)
[Μελοποίηση Από Τον Μουσικοσυνθέτη Απόστολο Βαλληνδρά]


2) Ε, Άδρωπε, Κυριάκου Καρνέρα

Έ Άδρωπε Πού Μάσιεσαι Ν' Αρπάξεις Να Στιβάσεις
Τηγ Γην Να Κάμεις Μάλισ Σου, Τον Κόσμον Ν' Αγκαλιάσεις

Σαν Έρκεσαι Χαρεύκεσαι Τον Κόσμον Εν Να Φάεις
Μμά Πάλε Πίσω Νηστικός Σαν Ήρτες Εν Να Πάεις.

Τρεις Εν Οι Μέρες Σου Πού Ζιείς Στήν Γην Τζιαί Βασιλέφκεις
Τήμ Μιάν Μωρόν, Στές Δκυό 'Σαι Νιός, Στες Τρεις Γερνάς Τζιαί Φέφκεις.

Με Βασιλιάς Κρατίζει Σε Στήν Γήν, Με Δκιακονίτης
Σήμερον Είσαι Ζωντανός, Αύριον Μακαρίτης.

Γιατί Τα Θέλεις Τα Πολλά Τζιαί Τυραννιέσαι 'Κόμα
Αφού 'Ν Να Μείνουν Γέρημα Τζι' Εσού Μια Φούχτα Χώμαν

Τζιαί Τυραννιέσαι Τζι' Εν Έσιεις Με Νεπαμόν Με Πνάσμαν;
Ο Άδρωπος Εν Τρώ Τήν Γην, Ή Γη Τρώει Το Πλάσμαν.

Τζι' Όσα Τζι' Αν Κάμεις Άδρωπε Στήν Γην Τζι' Όσα Κερτίσεις
Μητά Σου Εν Τζιαί Παίρνεις Τα, Δαπάνω 'Ν Να Τ΄ Αφίσεις.

Να Λυούν Να Στάσσουν, Να 'Σκοπούν Μες Του Βορκά Το Ρέμαν
Γιατ' Εν Τζι' Εν Άλλον Τίποτε Παρά Φκιασμένον Ψέμαν.

Ψέμαν Τζι' Εσού Πας Τούν Τήν Γην, Τζιαί Ψέμαν Τζι' Οι Δουλειές Σου
Σαν Τα Φτερά Στον Άνεμον Μαθκιούν, Σκορπούν Τζιαί Ρέσσουν.

Έτσι Να Πεις, Ως Πον Πωρνόν, Μεν Μείνεις Να Νυκτώσει
Γιατ' Υστέρα 'Ν Αδύνατον Για Σέν Να Ξημερώσει.

Εν Πού Την Ώραν Πόρκεσαι Ως Τον Τζιαιρόν Πού Φέφκεις
Θωρείς Πού Πεθανίσκουσιν Τζιαί Πάλ' Έσ' Ον Πιστεύκεις;

Τζιαί Μάσιεσαι, Σκοτώννεσαι, Τζιεί Χάλασε Δά Κτίσε
Μα Στάθεις Τζιαί Καμιάν Φοράν Τζιαί Σκέφτηκες Ποιός Είσαι;

Σάν Έναν Φύλλον Του Δέντρου Πού Σσιέται Όπως Πρέπει
Τζι' Άξιππα Ππέφτει Πας Στήν Γην Τζιαί Λλίον Λλίον Σέπει.

Έτσι Τζιαί Σέν Τον Ίδιον Εν Ψέφτιτζ' Ή Ζωή Σου
Έρκεσαι, Φέφκεις, Χάννεσαι Τζι' Ούτε Στήν Γήμ Πώς Ήσουν.


3) Τα Καλά Των Δέντρων
(Κυριάκου Καρνέρα)

Θέλεις Να Δεις Γην Όμορφην, Που' Ναι Παθκιά Τζιαι Λίρα;
'Εβκα Στους Κάμπους, Στα Βουνά Τζιαι Στάθου Παρατήρα
Τζι Όπου Τζι Αν Δεις Τζι Έσιει Δεντρά, Να Πας Να Τους Κοντέψεις
Τζιει Εν Η Γη Η Όμορφη, Να Δεις Τζιαι Να Πιστέψεις
Τζι Αν Πεθυμήσεις Σπαστρικόν Αέραν, Μυρωδάτον,
Μεν Βκεις Να Πας Εις Τον Γιαλόν, Κάλλιον Να Πας Τζιει Κάτω
Πουν Τζιειν Το Δάσος Που Θωρείς Το Νοστοφυτεμένον,
Να Βρεις Αέραν Σπαστρικόν Τζιαι Μουσκομυρισμένον.
Τζιαν Έρτει Μέρα Τζι Έβρει Σε Άρρωστον, Για Καλόν Σου,
Να Μεν Πέψεις Να Φέρουσιν Γιατρόν Που Πανωθκιόν Σου
Τζιεν Μπορετόν Στα Σιέρκα Του Να Γείρεις, Να Πεθάνεις
Κάλλιον Να Πας Μες Στα Δεντρά, Μιαν Εφτομάν Να Γιάνεις.
Πόσα Καλά Μας Φέρνουσιν, Τζιαι Πόσα Μας Χαρίζουν
Την Πρασινάαν, Την Δροσιά, Την Μυρωθκιάν Π' Αθθίζουν,
Τα Ξύλα Τους Εν Πουν Φελούν, Οξά Τα Πωρικά Τους;
Πκοιον Εν Το Παρακατινόν, Οι Μούττες, Τα Κλωνιά Τους;
Με Τα Κλωνιά Που Κάμνουμεν Στον Νικητή Ν Στεφάνιν;
Οξά Που Μας Φέρνουν Την Βροσιήν Όποθθεν Τζιαν Νεφάνει;
Τζιαι Βρέσιει Βρέσιει Στον Τζιαιρόν Τζιαι Δκια Ζωήν Τ' Αθθρώπου;
Τζιαι Πρασινίζει Η Γη Χαμαί Τζιεν Ομορκιά Του Τόπου;
Καλλιώρα Του Πόσιει Δεντρά Στον Τόπο Φυτεμένα.
Ένι Γονιός Πόσιει Παιθκιά Τζιαι Βκαίνουν Προκομμένα
Τζιαι Βρίσκει Τα Παρηορκάν, Ζει Τζιεν Ιζεπιλλευκει
Έτσι Εν Τζια Τζιείνος Πόβαλεν Δεντρά Τζιαι Που Φυτεύκει.